|
Το 3F είναι από τον αριθμό 3 και το αρχικό της λέξης 'Fund” που σημαίνει “Κεφάλαιο”. Τα 3 Κεφάλαια, απευθύνονται στις 3 βασικές κατηγορίες Συσσωματώσεων Επενδυτικών Κεφαλαίων, τα μακροπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα, που εντοπίζονται σε κάθε χρηματιστηριακή αγορά. Το 100% του βραχυπρόθεσμου ορίζοντα είναι, κατά μέσο όρο, οι 8 συνεδριάσεις. Το 100% του μεσοπρόθεσμου είναι οι 30 συνεδριάσεις. Το 100% του μακροπρόθεσμου είναι οι 120 συνεδριάσεις (6 μήνες). Γιατί όμως επιλέγουμε τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και όχι οποιαδήποτε άλλα; Η απάντηση είναι ότι δεν επιλέγουμε ούτε καθορίζουμε εμείς τα χρονικά διαστήματα των τριών τάσεων, αλλά αυτά απλά αντικατοπτρίζουν τις τρεις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθούν οι επενδυτικές εταιρίες, οι τράπεζες, οι ιδιώτες επενδυτές και γενικότερα όσοι εμπορεύονται σε κάθε χρηματιστηριακή αγορά ανά τον κόσμο. Όσο μεγαλύτερη ασφάλεια επιζητεί κάποιος για το κεφάλαιο που διαχειρίζεται, τόσο περισσότερα δεδομένα πρέπει να λάβει υπόψη του. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να καταφέρει να προλάβει την τάση σε σημείο τέτοιο που να του επιτρέπει να την εκμεταλλευτεί, δηλαδή να έχει το χρόνο να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του σε ευνοϊκές τιμές, να επιτύχει κέρδη και τέλος να τα αποσύρει ούτως ώστε να καταγράψει τα κέρδη αυτά. Τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια συνήθως επιζητούν οι εταιρίες που διαχειρίζονται μεγάλα κεφάλαια. Όσο μεγαλύτερο το κεφάλαιο, τόσο περισσότερη ασφάλεια επιζητείται στην τοποθέτησή του καθώς σε περίπτωση επιλογής λανθασμένης επενδυτικής στρατηγικής, οι απώλειες θα είναι ανάλογες του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Επίσης, όσο μεγαλύτερο το κεφάλαιο προς επένδυση τόσο πιο χρονοβόρα είναι η τοποθέτησή αλλά και η απόσυρσή του. Έτσι, για παράδειγμα αν ένα μεγάλο fund δει την αγορά στην οποία έχει επενδύσει να ακολουθεί πτωτική πορεία, αντίθετα με τις προβλέψεις των αναλυτών του για άνοδο, θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποσύρει τα ήδη επενδεδυμένα κεφάλαια και θα πρέπει να το διαπράξει με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην προκαλέσει περαιτέρω πτώση των τιμών, προκαλώντας μεγαλύτερο πλήγμα στο κεφάλαιό του, αφού θα χρειαστεί να πουλήσει και το ίδιο σε ακόμη χαμηλότερες τιμές
Είναι λοιπόν εξ' ορισμού αναγκασμένο να επενδύει με μακροπρόθεσμη στρατηγική η οποία, όμως, έχει ένα μέγιστο χρονικό διάστημα ασφαλείας, συνήθως, μέχρι έξι μήνες, καθώς ανταγωνιστικά funds προσπαθούν να επενδύσουν και εκείνα στην ίδια αγορά και κάθε καθυστέρηση σημαίνει μεν λιγότερο ρίσκο αλλά και πιο υψηλές τιμές, άρα μικρότερα περιθώρια κέρδους.
Τη δυνατότητα για ανάληψη μεγαλύτερου επενδυτικού κινδύνου, έχουν συνήθως όσοι διαχειρίζονται μικρότερα κεφάλαια, τα οποία είναι σχετικά ευέλικτα και μπορούν να αποσυρθούν ευκολότερα σε περίπτωση που η πρόβλεψη των αναλυτών αποδειχθεί λανθασμένη. Τα μικρότερα αυτά funds είναι συνήθως εγχώρια και ακολουθούν κυρίως μεσοπρόθεσμη στρατηγική.
Τέλος, βραχυπρόθεσμα προσεγγίζουν την αγορά κυρίως οι traders, ή ακόμα και μερικά από τα προαναφερθέντα funds της δεύτερης κατηγορίας, αλλά συνήθως με μικρά σχετικά κεφάλαια, λόγω του αυξημένου ρίσκου και του βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα της επένδυσης. Δεν είναι μόνο τα funds που αναφέραμε που έχουν μακροπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη στρατηγική, ούτε είναι οι traders οι μόνοι που προσεγγίζουν βραχυπρόθεσμα τις χρηματιστηριακές αγορές. Ολόκληρο το σύνολο των εμπλεκομένων στις χρηματιστηριακές αγορές, ιδιώτες μικροεπενδυτές, ιδιώτες μεγαλοεπενδυτές, traders, πολυεθνικά ή εγχώρια funds,κλπ. υπάγονται τελικά σε μία από τις τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη στρατηγική που ακολουθούν. Και αυτό γιατί εφόσον τα μεγάλα funds έχουν εδώ και δεκάδες χρόνια καθιερώσει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική των έξι περίπου μηνών ως τη βέλτιστη για το συμφέρον τους, τα μικρότερα funds εκμεταλλευόμενα τη σχετική ευελιξία τους τοποθετούνται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους είτε μακροπρόθεσμα είτε μεσοπρόθεσμα προσπαθώντας από τη μια να προλάβουν τα μεγάλα funds και θέλοντας από την άλλη να ενισχύσουν τη θέση τους όταν δουν ότι τα μεγάλα funds συμφωνούν με την πρόβλεψή τους για την κατεύθυνση που θα κινηθεί η αγορά. Οι traders προσπαθούν να εκμεταλλεύονται τη δική τους μέγιστη ευελιξία και να επιτυγχάνουν κέρδη εμπορευόμενοι βραχυπρόθεσμα. Όλοι οι υπόλοιποι που θέλουν να επενδύσουν σε οποιαδήποτε χρηματιστηριακή αγορά, εξαναγκάζονται ουσιαστικά να ακολουθήσουν μία από τις παραπάνω στρατηγικές, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι. Έτσι, τελικά, οδηγούμαστε σε μια ακούσια ή και ενίοτε εκούσια, σε ένα βαθμό, συσσωμάτωση κεφαλαίων, η οποία καταλήγει στο σχηματισμό τριών διαφορετικών group κεφαλαίων σε κάθε χρηματιστηριακή αγορά:
1. Το βραχυπρόθεσμο 2. Το μεσοπρόθεσμο 3. Το μακροπρόθεσμο
Και εφόσον στο μακροπρόθεσμο group συμπεριλαμβάνονται τα funds εκείνα που διαχειρίζονται τα μεγαλύτερα προς επένδυση κεφάλαια, στο μεσοπρόθεσμο group τα funds με μικρότερα χαρτοφυλάκια και στο βραχυπρόθεσμο group τα πλέον αδύναμα funds, καταλήγουμε στη δεύτερη αιτία που προκαλεί το διαχωρισμό των τριών τάσεων με βάση τη βαρύτητα της κάθε μιας. Και η δεύτερη αιτία δεν είναι άλλη από το μέγεθος των κεφαλαίων που διαθέτει και διαχειρίζεται το κάθε group, η κάθε ακούσια ή εκούσια συσσωμάτωση κεφαλαίων, ανάλογα με την τάση που λαμβάνει ως σημείο αναφοράς. 3F2009: Ανάλυση σε 5 και όχι 3 χρονικούς ορίζοντες Το 3F2009 παρέχει μηχανική ανάλυση σε 5 χρονικούς ορίζοντες: ενδοημερήσιο – ενδοεβδομαδιαίο – βραχυπρόθεσμο – μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο. Υπό αυτήν την έννοια θα μπορούσε κανείς να πει ότι θα έπρεπε να μετονομαστεί σε 5F. Ωστόσο, τα βασικά κεφάλαια ήταν, είναι και θα παραμείνουν 3 και αυτό δεν ισχύει μόνο στις χρηματιστηριακές αγορές αλλά και στην οικονομία όπου, με τις ανάλογες προσαρμογές, μιλάμε και πάλι για βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
|