Friday, 7 Sep 2007

Οι «προστάτες» των αγορών

Date: 7 Sep 2007 / Author: EKTA / Category: mathimata / Views: 3341

Το 1998 ο Soros είχε υποστηρίξει ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν ασταθές και τίποτε δε θα μπορούσε να αποκλείσει μία κατάρρευσή του. Το μόνο φάρμακο στην ασθένεια ήταν, κατά τη γνώμη του, ένα παγκόσμιο κέντρο ελέγχου του συστήματος, το οποίο θα μπορούσε να παρέμβει με σκοπό την προστασία του, κάθε φορά που αυτό θα χρειαζόταν.

Δέκα χρόνια μετά, το όραμά του τείνει να γίνει πραγματικότητα. Μόνο που η πραγματικότητα αυτή αποδεικνύει ότι κανένα όραμα δεν επαληθεύεται όπως ακριβώς το επεδίωκε ο οραματιστής που το συνέλαβε.
Η πρόσφατη πιστωτική κρίση ανέδειξε ένα διεθνές κέντρο παρέμβασης το οποίο έχει τέσσερα επιμέρους κέντρα: τις ΗΠΑ, το Λονδίνο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Τόκιο.

Η δύναμη που έχει περιέλθει στα χέρια αυτών των κέντρων, στα τελευταία χρόνια, είναι πολλαπλάσια από αυτήν του παρελθόντος. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν συνδεθεί με δεσμούς πολύ ισχυρότερους απ’ ότι, ακόμη και πριν από μία πενταετία και η τάση αυτή δε φαίνεται πιθανό να ανατραπεί.

Ένα ατελείωτο παιχνίδι συγχωνεύσεων ομίλων, τραπεζών, εταιριών, χρηματιστηρίων, έχει αλλοιώσει τα όρια του παγκόσμιου με το τοπικό και έχει μετατρέψει την οικονομία σε ένα κοινό άρμα με πολλά άλογα διαφορετικής φυλής .

Ο Soros είχε αντιληφτεί ότι βαδίζαμε προς αυτήν την κατεύθυνση και είχε θεωρήσει πως η διεθνής χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση θα ήταν ακέφαλη χωρίς ένα αντίστοιχο κέντρο ελέγχου της ορθής λειτουργίας της. Μόνο που του διέφυγε ότι τα κέντρα τα διευθύνουν άνθρωποι και οι άνθρωποι, ακόμη και όταν είναι αγνοί και αγαθοί στις προθέσεις, έξυπνοι και ικανοί, μπορούν να υποπέσουν σε λάθη. Πόσο μάλλον όταν δεν είναι και τόσο αγνοί ή τόσο ικανοί.

Και αν ένα λάθος συμβεί, για παράδειγμα, σε ένα υποκατάστημα μίας μεγάλης τράπεζας, τότε αν και είναι πιθανόν να επηρεαστούν και τα κεντρικά καταστήματα , πάντα θα υπάρχει η δυνατότητα επανελέγχου και διόρθωσης, ενώ οι συνέπειες θα περιοριστούν κυρίως, στο υποκατάστημα όπου και δημιουργήθηκε το πρόβλημα.
Αν , όμως, παρθεί μία λάθος απόφαση από τα κεντρικά καταστήματα, η οποία θα αφορά το σύνολο του τραπεζικού οργανισμού, ποιος θα είναι αυτός που θα μπορέσει να την ανατρέψει; Ποιος θα κρίνει τον κρίνοντα;

Μία λύση θα ήταν η αυτόνομη λειτουργία κάθε υποκαταστήματος, η απομόνωσή του από το υπόλοιπο σύστημα. Όμως, η απομόνωση και η πολιτική της έλλειψης συμμαχιών και του αυτοαποκλεισμού, έχουν δοκιμαστεί σε πολλές περιπτώσεις και έχουν αποτύχει.

Έτσι, όταν, για παράδειγμα, τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εθνικά νομίσματα, δε μπορούσαν να ανταγωνιστούν το δολάριο και ήταν, συχνά, ανήμπορα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από κερδοσκοπικές επιθέσεις.

(Στο βιβλίο Πόλεμος Παρέμβασης, μπορείτε να βρείτε πολλά παραδείγματα νομισματικών πολέμων που διαμόρφωσαν την οικονομική ιστορία.)

Η νομισματική ένωση άλλαξε τις ισορροπίες και έβαλε τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός ουσιαστικού αντιπάλου – ανταγωνιστή του δολαρίου.

Όσοι καταριούνται για την όποια ακρίβεια, λοιπόν, το ευρώ , προϊόν της εισόδου μας στη νομισματική ένωση, ξεχνούν ότι δεν είναι τα όπλα που σκοτώνουν αλλά οι άνθρωποι που έχουν συμφέρον να χρησιμοποιήσουν τα συγκεκριμένα όπλα για να σκοτώσουν και που είναι αδίστακτοι αρκετά για να το κάνουν.

Έτσι, αν κάποιος φταίει για την αύξηση της τιμής συγκεκριμένων προϊόντων, δεν είναι το ευρώ αλλά η αφελής ελληνική εξυπνάδα που θεωρεί ότι είναι προς συμφέρον του Έλληνα να κλέβει τη χώρα του αλλά και η οξεία ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού να προστατεύσει το σύνολο από κάθε περίπτωση κερδοσκοπίας αλλά και να γίνει αξιόπιστο και αξιοσέβαστο στα μάτια του ίδιου του πολίτη που υποτίθεται ότι υπηρετεί.

Δεν είναι, επομένως, η απομόνωση η λύση στο πρόβλημα μίας ενδεχόμενης λανθασμένης κεντρικής πολιτικής , ούτε, όμως και ο αποκλεισμός μας από το σύστημα, όπως για παράδειγμα με την αποχή μας από τη χρήση μοντέρνων χρηματιστηριακών επενδυτικών εργαλείων, λύση που βιάστηκαν να υποστηρίξουν, πάντα εκ των υστέρων, οι «παντογνώστες – ειδικοί» δημοσιογράφοι και πολιτικοί για την υπόθεση των ομολόγων.

Τα ομολόγα, δομημένα και μη, χρησιμοποιούνται στη Σουηδία, και σε πολλές άλλες χώρες, πριν από την Ελλάδα και έχουν αποτελέσει πηγή πλούτου για τη χώρα. Ακόμη και στην Ελλάδα έχουν αποφέρει κέρδη σε πλειάδα περιπτώσεων.

Η λύση δε μπορεί να βρεθεί αν δεν ξεκινήσουμε από την τοποθέτηση του προβλήματος στο ευρύτερο φάσμα, όπου και πραγματικά ανήκει.

Και το πρόβλημα, στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, ήταν, είναι και θα είναι πάντα, άμεσα συνδεδεμένο με την απόπειρα εξουσίας και δήθεν προστατευτικής και πατερναλιστικής χειραγώγησης των αρτηριών του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, που μεταφέρουν κεφάλαιο σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Έτσι, στο αποκορύφωμα της πρόσφατης πιστωτικής κρίσης, είδαμε μία πρωτοφανή κινητοποίηση της FED, η οποία πλημμύρισε με φτηνό χρήμα τις αγορές, δανείζοντας κεφάλαια σε κάθε λογής δανειολήπτες: τράπεζες, επενδυτικούς οργανισμούς, κερδοσκόπους, κατόχους μεγάλων και μικρών ιδιωτικών χαρτοφυλακίων.
Τα χρήματα έφτασαν και σε αυτούς οι οποίοι βρίσκονταν σε άθλια πιστωτική κατάσταση εξ’ αιτίας προηγούμενων δανείων τους, στεγαστικών ή άλλων.

Στο χορό της παροχής «ανθρωπιστικής βοήθειας» προς τους «κεφαλαιόπληκτους» μπήκε και η ΕΚΤ, ενώ ακολούθησε και η Ιαπωνία Το Λονδίνο, ως συνήθως, είχε συμπράξει από την αρχή με τις ΗΠΑ και τη FED.

Για ποιο λόγο, όμως, όλη αυτή η κινητοποίηση και η απόφαση για κοινή δράση και παροχή φτηνού χρήματος, το οποίο, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν πρόκειται να επιστραφεί ποτέ και επομένως έχει χαριστεί;.

Αν η αγορά είναι ελεύθερη τότε είτε θα έπρεπε να αφεθεί μόνη στη διάρκεια της κρίσης, ώστε να μάθει από τα λάθη της και να αναπτύξει μηχανισμούς αυτοεπανόρθωσης τους, είτε θα έπρεπε να έχει κάποιους αντιπροσώπους με τους οποίους οι εξωτερικοί παρεμβαίνοντες θα μπορούσαν να συνομιλήσουν και αν κατέληγαν σε μία κοινή γραμμή πλεύσης, να συναπόφασιζαν τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων.

Εδώ, όμως, δε συνέβη κανένα από τα παραπάνω.
Ξεκινώντας από το δεύτερο, δεν υπάρχει κάποιο αιρετό όργανο που να εκπροσωπεί τη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά εν συνόλω. Όσον αφορά στο πρώτο, το μόνο που δεν ίσχυσε ήταν να αφεθεί η αγορά ελεύθερη καθώς η παρέμβαση είναι γνωστή και δεδομένη.

Με ποια λογική, λοιπόν, η FED, η ΕΚΤ και τα υπόλοιπα κέντρα αναγορεύτηκαν σε προστάτες της διεθνούς αγοράς; Ποιος τους τοποθέτησε σε αυτήν τη θέση και τους έδωσε το δικαίωμα να παρεμβαίνουν με τρισεκατομμύρια δολάρια προκαλώντας τάσεις προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση; Ποια ακριβώς είναι τα δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις τους;

Γιατί αν έχουν υποχρεώσεις έχουν και δικαιώματα και το αντίθετο. Και τότε, θα πρέπει να υπάρχει ένα δημοσιοποιημένο πρωτόκολλο για τον τρόπο δράσης και λειτουργίας τους, το οποίο να εξηγεί, για παράδειγμα, πώς θα πρέπει να συμπεριφερθούν σε μία περίπτωση πιστωτικής κρίσης.

Ειδάλλως, ποιος θα αποζημιώσει τον επενδυτή που πούλησε παράγωγα προβλέποντας πτώση, για να δει την πτώση να ανακόπτεται έπειτα από την παρέμβαση των παραπάνω κέντρων; Γιατί το συμφέρον αυτού του επενδυτή είναι λιγότερο σεβαστό από αυτό των υπολοίπων;
Μήπως δεν είναι τα παράγωγα ένα νόμιμο χρηματιστηριακό προϊόν και μήπως οι κυβερνήσεις όλων των κρατών δεν ορκίζονται πως δεν παρεμβαίνουν στις χρηματιστηριακές αγορές τους;

Και το γεγονός ότι τα κέντρα παρενέβησαν αυτήν τη φορά, σημαίνει πως θα το ξανακάνουν; Γιατί εφόσον το έκαναν τώρα, πολλοί επενδυτές εφησυχάζουν και προσαρμόζουν την επενδυτική τους στρατηγική ανάλογα. Αν αύριο τα κέντρα, εντελώς δημοκρατικά, αποφασίσουν να μην παρέμβουν, σε μία ανάλογη κρίση, ποιος θα αποζημιώσει αυτούς τους επενδυτές;

Ακόμη, αν τα κέντρα έχουν τη δύναμη να σταματήσουν, έστω και πρόσκαιρα, μία πιστωτική κρίση, τότε ποιος εγγυάται πως δεν έχουν τη δύναμη και να την προκαλέσουν; Γνωρίζουμε και το είχαμε προβλέψει και εξηγήσει εδώ και χρόνια, πως τα εν λόγω κέντρα είναι, τουλάχιστον, συνυπεύθυνα για την προβληματική πιστωτική κατάσταση.

Πριν αναλάβουν το ρόλο του από μηχανής Θεού, δε θα ήταν συνετό να εξηγήσουν πώς φτάσαμε στην κρίση και τι δεν έπραξαν που έπρεπε να πράξουν ώστε να την αποφύγουμε ή τι έπραξαν για να «προστατεύσουν την αγορά από αυτήν»;

Είμαστε επαγγελματίες κοντά δύο δεκαετίες στο χώρο των χρηματιστηρίων και των διεθνών επενδύσεων και παρόλα αυτά αδυνατούμε να κατανοήσουμε ποιο είναι το σύστημα «διακυβέρνησής τους». Πρόκειται για δημοκρατία, ολιγαρχία ή μοναρχία; Καπιταλισμό ή σοσιαλισμό;

Η πρόσφατη εξέλιξη μας έφερε μια γεύση από «σοσιαλιστικό χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό» αλλά και αυτό ακόμη δε σημαίνει τίποτε και μένει μετέωρο αν αναλογιστεί κανείς πως δε γνωρίζουμε το σύστημα διακυβέρνησης.

Υπάρχουν προστάτες των αγορών ή όχι; Και αν ναι ποιος τους έχρησε; Αν υπάρχουν τότε ας μας πει κάποιος ποιοι είναι και ποιες είναι οι νόμιμες δραστηριότητές και ο σκοπός τους. Αν πάλι, υποτίθεται, πως δεν υπάρχουν, τότε γιατί παρεμβαίνουν κρατικές κεντρικές τράπεζες και δρουν ως πυροσβέστες των χρηματοοικονομικών πυρκαγιών.

Και ποιος είναι υπεύθυνος για αυτές ή τουλάχιστον ύποπτος. Ποιες αρχές τον αναζητούν και με τι στοιχεία.
Ο Soros ρωτήθηκε κάποτε γιατί πίστευε πως οι αγορές χρειάζονταν προστασία και απάντησε «γιατί υπάρχουν πολλοί σαν και εμένα». Αυτό που δε φαντάστηκε ήταν ότι οι προστάτες μπορεί να είναι πιο επικίνδυνοι από τους κερδοσκόπους αλλά και πολλοί πιο ισχυροί και οργανωμένοι.

Τα κέντρα που πλημμύρισαν τις αγορές με χρήμα δεν το έπραξαν για να προστατεύσουν τις τελευταίες αλλά το ίδιο το σύστημα το οποίο δημιούργησαν και του οποίου είναι οι συντηρητές. Το λάθος ξεκίνησε από αυτά, όταν αποφάσισαν να υποκύψουν στις πολιτικές πιέσεις και να επιτρέψουν την άσκηση μίας πολιτικής ακατάπαυστης παροχής δανείων, εις το όνομα της ανάπτυξης που ποτέ δεν ήρθε, τουλάχιστον όχι όπως μας υποσχέθηκαν.

Όσο περισσότερο μελετά κανείς τις αγορές και όσο πιο πολύ γίνεται τμήμα τους, τόσο καταλαβαίνει πως αν αφεθούν ελεύθερες, είναι, πράγματι, συνεχώς σε μία κατάσταση ασταθούς ισορροπίας, η οποία βασανίζει τους ισχυρότερους των ισχυρών γιατί δεν επιτρέπει την ομαλή εξέλιξη των σχεδίων τους και την εύκολη πρόβλεψη του εκάστοτε αύριο.

Και η λύση που σκέφτηκαν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα είναι η σύμπραξη και η από κοινού χάραξη παρεμβατικής πολιτικής, χωρίς κανόνες και δεοντολογία, με γνώμονα «την προστασία των συμφερόντων της αγοράς».
Το 1996 δημιουργήσαμε τη θεωρία της Παρέμβασης, ως ένα από τα βασικά εργαλεία για τη μελέτη και την πρόβλεψη των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Ένδεκα χρόνια αργότερα, διαπιστώνουμε ότι η παρέμβαση έχει αποκτήσει ιλιγγιώδεις διαστάσεις και η θεωρία ανταπεξέρχεται στην πραγματικότητα περισσότερο από ποτέ, αν θέλετε περισσότερο απ’ όσο και εμείς οι ίδιοι περιμέναμε.

Κάποτε ένας πελάτης μου με ρώτησε πώς γίνεται να προβλέπω τις αγορές με τέτοια ακρίβεια βασιζόμενος σε θεωρίες συνομωσίας. Του απάντησα πως δεν υπάρχουν θεωρίες συνομωσίας αλλά μόνο συμφέροντα και προσπάθειες για να εξυπηρετηθούν.

Κάθε ένας από εμάς προσπαθεί να εξυπηρετήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντά του με όποιον τρόπο μπορεί.
Το θέμα είναι τι δυνατότητες έχει ο μέσος επενδυτής να το πράξει και τι δυνατότητες έχει το οργανωμένο κεφάλαιο ή η FED, η ΕΚΤ κλπ. Ακόμη, αν κάποιος έχει την «καλή διάθεση» να συνεισφέρει στην προστασία των συμφερόντων κάποιου άλλου, ποιον θα επιλέξει: τα οργανωμένα κεφάλαια ή το μέσο επενδυτή;

Τα πρώτα έχουν συλλογική φωνή και οργάνωση και μαζική κεφαλαιακή δύναμη, ικανή να ανεβάσει αλλά και να κατεβάσει χρηματιστηριακές αγορές με την άσκησή της. Ο δεύτερος είναι απομονωμένος και ανοργάνωτος, με απειροελάχιστη κεφαλαιακή δύναμη, ανίκανη να δράσει καταλυτικά στο σύστημα, ασχέτως του τι θα πράξει.

Και μη βιαστείτε να σκεφτείτε τι θα συμβεί αν οι επενδυτές δράσουν μαζικά, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, γιατί αυτό συμβαίνει συχνά αλλά πάντα αφού έχει προηγηθεί η χειραγώγηση από τα γνωστά(;) κέντρα.
Ο μέσος επενδυτής έρχεται, στην καλύτερη περίπτωση, δεύτερος. Μόνο που στο χρηματιστήριο η δεύτερη θέση δεν πληρώνεται αλλά αντίθετα, πληρώνει αυτόν που κατέκτησε την πρώτη.

Ο μόνος τρόπος άμυνας είναι η συμμαχία με εκείνους που γνωρίζουν το παιχνίδι πολύ καλά και η προσωπική και δια βίου εκπαίδευση. Εκπαίδευση, όμως, που να είναι ειλικρινής, τολμηρή και ταυτόχρονα επιστημονική και ποιοτική.

Ειδάλλως, η μοναξιά του επενδυτή θα φέρει και ερήμωση στον τραπεζικό του λογαριασμό και οι προστάτες των αγορών δε θα κάνουν κάτι για να εμποδίσουν αυτήν την κατάληξη.

Thursday, 12 Jul 2007

Και ο πρωταθλητής κερδών είναι ….

Date: 12 Jul 2007 / Author: EKTA / Category: mathimata / Views: 5300

Η επιστημονική τεχνική ανάλυση κάνει μία βασική διάκριση ανάμεσα σε χρηματιστηριακό κλίμα και χρηματιστηριακό καιρό. Ο καιρός εξελίσσεται μέσα στο κλίμα και περιλαμβάνεται σε αυτό κατά 100%.

Όπως και στη φύση, όπου, για παράδειγμα, μπορεί να υπάρξει μία περίοδος καλοκαιρίας μέσα στο χειμώνα, η μία περίοδος κακοκαιρίας μέσα στο καλοκαίρι αλλά τελικά επικρατεί το κλίμα του καιρού, έτσι και στις χρηματιστηριακές αγορές, είναι το χρηματιστηριακό κλίμα που θέτει τα βασικά όρια μέσα στα οποία θα εξελιχτεί ο χρηματιστηριακός καιρός.

Η δεκαετία του 1990, ήταν αυτή του θερμού καλοκαιρινού κλίματος για τις μετοχές και του ψυχρού χειμώνα για τα εμπορεύματα και τα ακίνητα. Στα τέλη της, η διάκριση ήταν απολύτως εμφανής για την επιστημονική τεχνική ανάλυση, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των μετοχών των ώριμων αγορών, μεγάλης, μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης, πετούσαν σε ιστορικά υψηλά την ώρα που το πετρέλαιο και ο χρυσός βυθίζονταν σε ιστορικά χαμηλά και τα ακίνητα υπέφεραν από ύφεση. Αδιαφιλονίκητος πρωταθλητής, μέχρι τότε, ήταν οι μετοχές.

Πριν τη δύση της δεκαετίας, η επιστημονική τεχνική ανάλυση προέβλεπε αντιστροφή του κλίματος, η οποία θα έπρεπε να αναδείξει νέους πρωταγωνιστές. Η δεκαετία του 2000, φαινόταν πολύ πιο πιθανό να ανήκει στα εμπορεύματα και τα ακίνητα παρά στις μετοχές.

Έχουμε περάσει το ήμισυ του 2007 και η εικόνα του κλίματος είναι ξεκάθαρη, με τη χρήση της επιστημονικής τεχνικής ανάλυσης, όχι, όμως και με αυτήν άλλων μεθόδων. Ούτε τα οικονομικά ή οικονομετρικά μοντέλα, η θεμελιώδης ή η τεχνική ανάλυση δε μπορούν να αποτυπώσουν με σαφήνεια ποια είναι η χρηματιστηριακή πραγματικότητα της νέας δεκαετίας, παρά το γεγονός ότι οδεύουμε προς το τέλος της.

Το πρόβλημα, φάνηκε από την αυγή της δεκαετίας, όταν οι οικονομολόγοι αναγνώρισαν, με καθυστέρηση και με διαφωνίες, την παγκόσμια οικονομική ύφεση, το 2001. Στη συνέχεια, αρνήθηκαν να δουν ανάρρωση παρά, μόνο, από τα μέσα του 2004 και μετά. Πριν προλάβει η ανάρρωση να γίνει κοινώς αναγνωρίσιμη, νέες φωνές έκαναν λόγο για καινούρια ύφεση στις ΗΠΑ, η οποία, ακόμη, δεν έχει πιστοποιηθεί από επίσημα χείλη, κάτι που ίσως να μη γίνει ποτέ. Από την άλλη, μεγάλη μερίδα οικονομολόγων υποστήριζε και υποστηρίζει πως δεν τίθεται θέμα ύφεσης αλλά το αντίθετο, υπέρμετρης ανάπτυξης.

Οι θεμελιώδεις αναλυτές, αρκέστηκαν στην προσαρμογή των προβλέψεών τους προς τα κάτω, από το 2000 ως το 2003, (καθώς η προβλεπτική δυνατότητα των εργαλείων που χρησιμοποιούν είναι πολύ μικρή) και προς τα πάνω από το 2003 και μετά.

Οι χρήστες της παλαιάς τεχνικής ανάλυσης, ακολουθούν το γνωστό μονοπάτι που τους οδηγεί στην επιτυχία, μόνο, όταν η τάση έχει, ήδη, εδραιωθεί για τα καλά και είναι, πλέον, εμφανής. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις τα εργαλεία που χρησιμοποιούν κάνουν τη ζωή τους πιο δύσκολη αντί για πιο εύκολη.

Η επιστημονική τεχνική ανάλυση, όμως, παρέχει εργαλεία που μπορούν να κάνουν τη ζωή μας πολύ εύκολη και ένα από αυτά είναι τα διαγράμματα απόδοσης. Η θεωρία που τα συνοδεύει αναφέρει πως η συγκριτική απεικόνιση αγορών από το μοντέλο ΑΝΕΜΟ (Ακίνητα, Νομίσματα, Εμπορεύματα, Μετοχές και Ομόλογα), βοηθά στην αντικειμενική αναγνώριση του χρηματιστηριακού κλίματος.

Τι μας δείχνει, λοιπόν, ένα τέτοιο διάγραμμα από την αρχή της νέας δεκαετίας μέχρι σήμερα;




Ότι οι απόλυτοι πρωταγωνιστές είναι τα εμπορεύματα, πετρέλαιο και χρυσός και τα ακίνητα. Η άνοδος κατά 20,92% του DAX, για παράδειγμα, φαίνεται πενιχρή μπροστά στο 135% του χρυσού, το 186% του πετρελαίου και το 303% των μετοχών real estate.

Ποιο είναι, επομένως, ξεκάθαρα, το χρηματιστηριακό κλίμα της δεκαετίας που διανύουμε; Καλοκαιρινό για τα εμπορεύματα και τα ακίνητα και χειμερινό για τις μετοχές.

Ίσως αυτή η διαπίστωση παραξενεύει, όμως, ενώ οι αναλύσεις μπορεί να κάνουν λάθος, τα ποσοστά αυξομείωσης που φαίνονται στα διαγράμματα απόδοσης, δεν κάνουν ποτέ. Ενδεικτικό της δύναμης που έχουν τα διαγράμματα απόδοσης να αποκαλύπτουν την κρυμμένη χρηματιστηριακή πραγματικότητα είναι και το διάγραμμα που θα δούμε στη συνέχεια.

Αν σας ρωτούσαν: ‘ποιος είναι ο χρηματιστηριακός πρωταγωνιστής του 2007 στις αναπτυγμένες οικονομίες;’, πιθανόν να απαντούσατε ο DAX. Είναι λογικό, καθώς έχει καταγράψει άνοδο, από την αρχή του έτους, περίπου κατά 19%, όταν ο FTSE και ο Nikkei παρέμειναν στο 5,47%, ενώ ακόμη και ο Dow βρίσκεται κάτω από το 9%.

Σας διαβεβαιώνω πως δεν υπάρχει ούτε ένας οικονομολόγος, θεμελιώδης ή τεχνικός αναλυτής, που θα έλεγε ότι ο χρηματιστηριακός πρωταγωνιστής του 2007 είναι, μέχρι σήμερα, το πετρέλαιο.

Και όμως, το παρακάτω γράφημα απόδοσης δείχνει ότι αυτή, ακριβώς, είναι η πραγματικότητα. Ο δείκτης WTIC ενισχύεται από την αρχή του έτους κατά 31,66%, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο δείκτη των αναπτυγμένων οικονομιών. Η άνοδος είναι μεγαλύτερη ακόμη και από του δείκτη FTSES, της μικρής κεφαλαιοποίησης στο ΧΑ!



Πώς μπορούν, όμως, να χρησιμοποιηθούν τέτοιου είδους πληροφορίες που παράγονται από την επιστημονική τεχνική ανάλυση και τις μεθόδους της; Κατ’ αρχήν μας βοηθούν να επενδύσουμε στις κατάλληλες αγορές. Από το 2000, για παράδειγμα, δημοσίευσα σειρά αναλύσεων όπου εξηγούσα πως περίμενα άνοδο στο χρυσό και γι΄ αυτό είχα αγοράσει αμοιβαία χρυσού. Μάλιστα, είχα δώσει και το όνομα του αμοιβαίου που είχα προτιμήσει καθώς και μία λίστα από άλλα τα οποία έκρινα υποσχόμενα.

Τα αμοιβαία αυτά επενδύουν σε μετοχές χρυσού και όταν βλέπετε άνοδο του δείκτη χρυσού κατά 135% φανταστείτε τα κέρδη που αποκόμισαν οι μετοχές του κλάδου. Δεν υπάρχει ούτε ένα αμοιβαίο από αυτά που είχα αναφέρει στις αρχές της δεκαετίας που να έχει απόδοση μικρότερη από 300%.

Όσον αφορά στο πετρέλαιο, υπάρχουν αντίστοιχα αμοιβαία που επενδύουν σε μετοχές πετρελαίου. Τα κέρδη σε αυτά είναι ακόμη περισσότερα.

Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι το κλίμα της δεκαετίας είναι καλοκαιρινό για το χρυσό, το πετρέλαιο και τα ακίνητα, τα διαγράμματα απόδοσης, τα Κινηματογραφήματα και άλλες επιστημονικές τεχνικές μέθοδοι μας βοήθησαν να προβλέψουμε καλοκαιρινό καιρό για τις μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης, στις αρχές του 2003.

Οι δημοσιεύσεις τόσο στο analitis.com όσο και στο ΚΕΡΔΟΣ και άλλα χρηματιστηριακά sites είναι γνωστές. Γνωστή είναι και η εξέλιξη. Αυτό που δεν είναι γνωστό, όμως, είναι πως ακόμη και σε αυτήν την περίοδο, δηλαδή από το 2003 και μετά, μόλις ένας δείκτης μετοχών, από τις αναπτυγμένες οικονομίες, μπόρεσε να ξεπεράσει τα κέρδη του πετρελαίου και των ακινήτων, ο DAX.



Ακόμη και μέσα στο θερμό, για τους δείκτες και τις μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης, καλοκαιρινό καιρό από το 2003 και μετά, η επιρροή του ευρύτερου κλίματος ήταν και πάλι εμφανής.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα μπορούσε κάποιος να έχει εκμεταλλευτεί τόσο το κλίμα όσο και τον καιρό, ώστε να έχει μικρότερο ρίσκο και μεγαλύτερα κέρδη στο χαρτοφυλάκιό του.

Ό,τι δηλαδή εξηγούσαμε ότι ήταν η καλύτερη στρατηγική όλα αυτά τα χρόνια.

Κάνοντας τα πράγματα ακόμη πιο απλά, όλη η ουσία στις χρηματιστηριακές αγορές είναι η έγκαιρη αναγνώριση των θετικών και αρνητικών πρωταγωνιστών, ώστε να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε τους μεν και να προφυλαχτούμε από τους δε (ή να εκμεταλλευτούμε και τους δύο στην περίπτωση που κάνουμε και short trading).

Η μεθοδολογία της παλαιάς τεχνικής ανάλυσης, η οποία αναλύει έναν τίτλο κάθε φορά, κάνει αδύνατο τον συνεχή έλεγχο δεκάδων δεικτών από διαφορετικές αγορές και στη συνέχεια ακόμη περισσότερων κλάδων και μετοχών. Χειρότερα είναι τα πράγματα στη θεμελιώδη ανάλυση.

Αντίθετα, η επιστημονική τεχνική ανάλυση, επιτρέπει την μελέτη ολόκληρων συστημάτων δεικτών, κλάδων και μετοχών και οδηγεί στην αντικειμενική αναγνώριση των πρωταγωνιστών.

Έτσι, ενώ η πλειοψηφία των αναλυτών του ΧΑ, έκανε λόγο για άνοδο της μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης κατά το 2004, η ΕΚΤΑ έδωσε το σήμα για τη σχετική άνοδο στο δεύτερο εξάμηνο του 2005. Το αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι που άνοιξαν θέση στη μεσαία και τη μικρή κεφαλαιοποίηση το 2004 να υποστούν απώλειες ενώ όσοι το έκαναν από το δεύτερο εξάμηνο του 2005 και μετά να έχουν καταγράψει μεγάλα κέρδη.



Όμως ακόμη και στην περίπτωση των επενδυτών που άκουσαν την ΕΚΤΑ, η επιτυχία τους είναι εγγυημένη μόνον εάν τοποθετήθηκαν στις μετοχές που δέχτηκαν θετική παρέμβαση, οι οποίες είναι λίγες, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών.

Ενώ στη δεκαετία του 1990 η άνοδος ήταν χαρακτηριστικό όλων, σχεδόν, των μετοχών, στην ανοδική περίοδο της δεκαετίας του 2000 ο αριθμός των μετοχών που εμφανίζουν κέρδη είναι μικρός. Αυτό, καταρχήν, είναι αποτέλεσμα του χειμωνιάτικου κλίματος στις μετοχές, το οποίο δεν επιτρέπει την άνοδο του συνόλου τους αλλά ενός τμήματος τους.

Σε αυτήν την περίπτωση οι επιστημονικές τεχνικές μέθοδοι είναι απαραίτητες για να αναγνωρίσουμε τις πρωταγωνίστριες μετοχές.

Σε γενικές γραμμές, είναι σημαντικό να αποφεύγεται η προσκόλληση σε συγκεκριμένες μετοχές για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν δεν υπάρχουν σαφείς και αντικειμενικοί λόγοι γι’ αυτό. Για παράδειγμα, δεν είναι δικαιολογία ότι «παίζω τη μετοχή αυτή χρόνια και την ξέρω καλά».

Η σωστή στρατηγική είναι ο εντοπισμός των θετικών πρωταγωνιστριών χρηματιστηριακών αγορών (πετρέλαιο, μετοχές, χρυσός κλπ) και στη συνέχεια των πρωταγωνιστριών χωρών (Γερμανία, Ελλάδα κλπ). Επόμενο βήμα ο εντοπισμός των κλάδων που δέχονται τη μεγαλύτερη θετική παρέμβαση και τέλος, μέσα σε αυτούς, τις πρωταγωνίστριες μετοχές.

Ένα ακόμη παράδειγμα εφαρμογής της παραπάνω στρατηγικής είδαμε στις αρχές του 2006, όταν η ΕΚΤΑ επισήμανε πως υπήρχε φούσκα στον ελληνικό κλάδο τραπεζών, την ώρα που η μεσαία και μικρή κεφαλαιοποίηση φαίνονταν υποτιμημένες.

Ενώ μέχρι τότε οι τράπεζες πρωταγωνιστούσαν, όπως βλέπουμε στο ακόλουθο γράφημα απόδοσης, από εκείνο το σημείο και μετά η παρέμβαση άλλαξε κατεύθυνση και μετέτρεψε σε πρωταγωνιστές τη μεσαία και μικρή κεφαλαιοποίηση (επόμενο διάγραμμα).





Συμπερασματικά, ο εντοπισμός των πρωταγωνιστών είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τα κέρδη ή τις απώλειες. Και μία από τις καλύτερες μεθόδους εντοπισμού είναι τα διαγράμματα απόδοσης και τα Κινηματογραφήματα, ξεκινώντας από το βασικό μοντέλο ΑΝΕΜΟ και φτάνοντας μέχρι τους κλάδους και τις μετοχές των χρηματιστηρίων που έχουν ενδιαφέρον.

Μόνο αν αναγνωρίσουμε έγκαιρα τους σημερινούς πρωταγωνιστές θετικής παρέμβασης, θα μπορέσουμε να απολαύσουμε τις απολαβές από τους αυριανούς πρωταθλητές κερδών.

Wednesday, 27 Jun 2007

Η Chinatown του Λονδίνου - ο Joe Kennedy και η κινέζικη φούσκα

Date: 27 Jun 2007 / Author: EKTA / Category: mathimata / Views: 986

Οι τεχνικοί και οι επιστημονικοί τεχνικοί αναλυτές αρέσκονται να αναλύουν διαγράμματα και να διαβάζουν ποσοτικές και στατιστικές αναλύσεις, νούμερα και χρηματοοικονομικά στοιχεία, για τις διάφορες αγορές που μελετούν. Μέσα από όλα αυτά αισθάνονται σα να έρχονται σε επαφή με χώρες που, ίσως, δεν έχουν επισκεφτεί ποτέ και συχνά καταλήγουν να γνωρίζουν περισσότερα για τις οικονομίες και τα χρηματιστήρια τους ακόμη και από τους ίδιους τους κατοίκους τους.

Δε διαφέρω σε αυτό από τους υπόλοιπους αναλυτές. Απολαμβάνω τα πρωινά μου στο Λονδίνο, μπροστά στις οθόνες παρακολούθησης των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών και δεν αμελώ ποτέ να τις μελετήσω μέσω των τεχνικών και επιστημονικών τεχνικών μεθόδων.

Υπάρχουν, όμως, κάποια πράγματα που αποκαλύπτονται από την προσωπική επαφή με τους επενδυτές και τα οποία, ίσως, χάνονται μέσα στους αριθμούς και τα διαγράμματα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που προσπαθώ να ταξιδεύω συχνά, σε όσες περισσότερες χώρες μπορώ.

Σε μία περίοδο όπου αναπτύσσεται μεγάλη φιλολογία σχετικά με το αν υπάρχει φούσκα στη χρηματιστηριακή αγορά της Κίνας ή όχι, σκέφτηκα πως ένα νέο ταξίδι μου εκεί θα ήταν χρήσιμο. Πριν πάρω την απόφαση να αφήσω το Λονδίνο για ένα ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων, αποφάσισα να αφήσω το γραφείο μου και να κατευθυνθώ λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, προς τα εκεί όπου χιλιάδες Κινέζοι συναλλάσσονται καθημερινά, &#