| Πετρέλαιο:
Η αποκαλυπτική ανάλυση Παναγιώτου από το πρωτοσέλιδο της 'ΚΕΡΔΟΣ' Απόσπασμα Πόσα
αποθεματικά πετρελαίου υπάρχουν και πόσο ικανές είναι οι παραγωγοί χώρες να αντεπεξέλθουν
στις παγκόσμιες ανάγκες για μαύρο χρυσό και κυρίως, για πόσο χρονικό διάστημα;
Έχουν ισχύ οι έρευνες που πρεσβεύουν πως η παγκόσμια κορύφωση θα έρθει μέσα στη
δεκαετία που διανύουμε; Τα στοιχεία Σύμφωνα με τον Colin Campbell, ένα γεωλόγο
πρώην εργαζόμενο της Texaco και BP, τα αποθεματικά πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας
είναι λιγότερα από 100 δις βαρέλια. Ο αριθμός αυτός είναι κατά τι μικρότερος από
τα 290 δις, τα οποία υποστηρίζει η Σαουδική Αραβία πως διαθέτει. Βέβαια, το γεγονός
πως η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα στον κόσμο, έχει απαγορεύσει κάθε έλεγχο
στις εγκαταστάσεις της, δεν είναι και το πλέον ενισχυτικό των δηλώσεών της στοιχείο.
Το 1956 ένας γεωλόγος της Shell, ο M King Hubbert, προέβλεψε πως η αμερικανική
παραγωγή πετρελαίου θα έφθανε στην κορύφωσή της, στα ιστορικά και σύμφωνα με τις
πραγματικές δυνατότητες της χώρας υψηλά της, στις αρχές του 1970. Κανένας δεν
ήθελε να ακούσει κάτι τέτοιο, βέβαια, και η φυσιολογική εξέλιξη της πρότασης ήταν
να γίνει αντικείμενο χλευασμού και γέλιων. Δυστυχώς, όμως, όταν έφτασε το πέρας
του χρόνου αποδείχτηκε πως ο κύριος Hubbert είχε απόλυτο δίκαιο και η αμερικανική
παραγωγή πετρελαίου, όντως, κορύφωσε το 1970, γεγονός που μοιραία οδήγησε στη
σημερινή εικόνα της αμερικανικής πετρελαϊκής αγοράς, με τις ΗΠΑ να εισάγουν το
60% του μαύρου χρυσού που καταναλώνουν
Εξετάζοντας το πρόβλημα σε μεγαλύτερη
κλίμακα, κάτι που ως τεχνικοί αναλυτές επιβάλλεται να κάνουμε, μας ενδιαφέρει
να ξέρουμε τις προβλέψεις για την κορύφωση της πετρελαϊκής αγοράς σε παγκόσμιο
επίπεδο. Στο βιβλίο του Ken Deffeyes με τίτλο 'Hubbert's Peak', το οποίο εκδόθηκε
το 2001, ως ημερομηνίας παγκόσμιας κορύφωση δίνεται ο Νοέμβριος του 2005. Δυστυχώς
δε μπορούμε να γνωρίζουμε, με ασφάλεια, αν έχει δίκαιο ο συγγραφέας ή όχι, παρά
μόνο μετά από αρκετά χρόνια.
Υποστηρικτικά στην άποψη του Ken Deffeyes
τάσσεται ο Matt Simmons, πρόεδρος της Simmons & Company, τράπεζας του Houston
με εξειδίκευση στις επενδύσεις σε προϊόντα ενέργειας; Σύμφωνα
με την έρευνα του, βασισμένη σε έγγραφα 40 ετών από την παγκόσμια βιομηχανία πετρελαίου,
η Σαουδική Αραβία δεν έχει ανακαλύψει αξιόλογες πετρελαιοπηγές σε διάστημα μεγαλύτερο
από 30 χρόνια ενώ η Ghawar , μεγαλύτερη πετρελαιοπηγή της χώρας, ευθύνεται για
το ήμισυ της συνολικής παραγωγής από το 1948. 'Πρέπει να προετοιμαζόμαστε για
την ημέρα που η Ghawar θα πάψει να έχει τη δυναμική που οι ανάγκες απαιτούν, ιδέα
με την οποία δε φαίνεται να έχουν αρχίσει να συμβιβάζονται οι ιθύνοντες.' Η αξιαγάπητη
CIA είναι προβληματισμένη σχετικά με τον πραγματικό αριθμό των παγκόσμιων αποθεμάτων,
εδώ και χρόνια και αυτός είναι ένας από τους λόγους που στις συναντήσεις της ενεργειακής
ομάδας ερευνών του Dick Cheney, συμπεριλήφθηκαν τα αποτελέσματα των ερευνών του
Simmons.Ο προβληματισμός γύρω από το θέμα 'πραγματικά παγκόσμια αποθεματικά πετρελαίου'
έγινε ακόμη μεγαλύτερος μετά την αποδεδειγμένη παραπλάνηση κρατών και επενδυτών
από τη Shell η οποία υποστήριζε επί σειρά ετών πως διέθετε 15% λιγότερα αποθεματικά
απ' όσα υποστήριζε. Όταν το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου ρωτήθηκε αν η περίπτωση
της Shell ήταν μεμονωμένη, απάντησε πως διέθετε επαρκή στοιχεία για να προβεί
σε εμπεριστατωμένη άποψη! Παρόμοια ήταν και η αντίδραση του Ιδρύματος Πετρελαϊκών
ερευνών. Αν και το 1956 το μοντέλο του Hubbert δεν
θεωρούνταν το πλέον αξιόπιστο, σήμερα χρησιμοποιείται από ένα μεγάλο ποσοστό γεωλόγων,
καθώς αποδείχτηκε, μέχρι τώρα, αποτελεσματικό. Σύμφωνα με το μοντέλο, η παραγωγή
πετρελαίου τείνει να αποτυπώνεται γραφικά με μία καμπύλη που έχει το σχήμα της
καμπάνας, όπου η κορύφωση της παραγωγής έρχεται όταν το ½ του συνόλου του εξορύξιμου
πετρελαίου έχει ήδη εξορυχτεί.
Το μοντέλο αυτό, λειτούργησε
άψογα στην πρόβλεψη της πορείας της παραγωγής στις ΗΠΑ. Όπως βλέπουμε στο γράφημα,
η παραγωγή αυξανόταν σταδιακά μέχρι το 1971, όταν και κορύφωσε, ακριβώς γιατί
εκεί είχε ήδη εξορυχτεί το 50% του εξορύξιμου πετρελαίου της χώρας
Και
αν εδώ γεννιέται η ερώτηση 'αν ανακαλυφτούν αύριο νέα αξιόλογα κοιτάσματα;', καλό
είναι να λάβουμε υπ' όψη μας πως 40 χρόνια εξονυχιστικών ερευνών και σάρωσης του
αμερικανικού υπεδάφους με κάθε μορφής νέα τεχνολογικά μέσα, έχει αποβεί άκαρπη.
Έτσι, η πραγματικότητα είναι πως από το 1971 και μετά υπάρχει μία σταθερή πτώση
στην παραγωγή κατά 4,5 εκ. βαρέλια / ημέρα. Το 9% της παγκόσμια παραγωγής καλύπτουν
τα πετρέλαια της Βόρειας Θάλασσας. Στην περιοχή αυτή μάλιστα, χρησιμοποιούνται
τα κορυφαία τεχνολογικά συστήματα εξόρυξης πετρελαίου
Οι
δύο βασικές πετρελαιοπαγαρωγοί χώρες της Βορείου Θάλασσας είναι η Νορβηγία και
η Μεγάλη Βρετανία με 35 μεγάλα κοιτάσματα η πρώτη και 55 η δεύτερη. Μεγάλο κοίτασμα
θεωρείται αυτό του οποίου η δυναμική είναι ίση ή μεγαλύτερη από 100 εκ βαρέλια.
Το σύνολο της παραγωγικής δυνατότητας της Νορβηγίας είναι περίπου 25-30 δις βαρέλια
και της Μεγάλης Βρετανίας 30-35. Επτά από τα βασικότερα κοιτάσματα της Νορβηγίας
κορύφωσαν πριν το 1995 και 29 της Βρετανίας κορύφωσαν πριν το 1994. Τα 7 αυτά
κοιτάσματα της Νορβηγίας αντιστοιχούν στο 37% του συνόλου του εξορύξιμου πετρελαίου
της χώρας ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη Βρετανία είναι 42%.
Η
συνολική παραγωγή της Νορβηγίας το 2001, ήταν κατά΄36,1% λιγότερη από αυτήν το
1994. Η συνολική παραγωγή της Βρετανίας, η οποία βρίσκεται σε πολύ κρισιμότερη
κατάσταση από τη Νορβηγία, ήταν το 2001 κατά 65% λιγότερη από αυτήν το 1988! Σήμερα,
τα περισσότερα από τα μεγάλα κοιτάσματα έχουν ήδη κορυφώσει και βρίσκονται σε
καθοδική πορεία. Η κατάσταση αυτή, η οποία άρχισε από τα τέλη της δεκαετίας του
΄80 οδήγησε στην εγκαινίαση εξορύξεων σε αρκετά μικρότερα κοιτάσματα, τα οποία,
όμως, έχουν μέσο όρο ζωής 10 χρόνια. Η συνολική παραγωγή
της Νορβηγίας, υπολογίζεται πως κορύφωσε το 2002, ενώ της Βρετανίας το 2001! Υπάρχει
περίπτωση να έχει αυτό το γεγονός κάποια σχέση με την απόφαση του κυρίου Μπλερ
να επιτεθεί στο Ιράκ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πετρελαϊκή δύναμη στον κόσμο; Αν μη
τι άλλο, δε νομίζουμε, πάντως, να αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα. Όμως, για μία
στιγμή. Η Βρετανία δεν έχει κοιτάσματα μόνο στη Βόρεια Θάλασσα, αλλά και σε offshore
περιοχές. Μήπως αυτό αλλάζει κάπως τα πράγματα; Η επίσημη πρόβλεψη της U.K. Offshore
Operator's Association προέβλεψε το 1995 την κορύφωση της Offshore παραγωγής το
2020. Γενικότερα, οι περισσότερες προβλέψεις από επίσημους φορείς τοποθετούν το
πρόβλημα περίπου στο 2020. Αν κρίνουμε από τα δεδομένα που διαθέτουμε σήμερα και
τα συμφέροντα που διακυβεύονται, μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να πούμε πως το
πρόβλημα της κορύφωσης της παγκόσμιας παραγωγής μέλει να γίνει πραγματικότητα
το αργότερο στα επόμενα δέκα χρόνια και το νωρίτερο το Νοέμβριο του 2005. Επομένως,
τα πράγματα δεν αλλάζουν καθόλου για τη Βρετανία, εκτός και αν λάβουμε υπ' όψη
τα κοιτάσματα του Ιράκ! Διότι, αν η Βρετανία αναλάβει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων
του Ιράκ, σε ένα σημαντικό ποσοστό, (και αυτό το υπογράφουμε πως θα συμβεί), θα
μεταφέρει την κορύφωση της Offshore και επομένως της συνολικής παραγωγής της πολλά
χρόνια αργότερα. Η παγκόσμια όμως κορύφωση δε θα επηρεαστεί
από το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε μία κατάσταση η οποία θα φέρει
τη Βρετανία σε πολύ ισχυρότερη θέση στην παγκόσμια πετρελαϊκή σκηνή, από αυτήν
που είχε ποτέ. Με άλλα λόγια, την ώρα που η παγκόσμια παραγωγή θα μειώνεται σταδιακά,
κάνοντας το μαύρο χρυσό πιο χρυσό από ποτέ, και καθώς οι ανά χώρες παραγωγή θα
βρίσκεται, επίσης, σε περίοδο πτώσης, η Βρετανία θα περνάει σε περίοδο αύξησης
της παραγωγής της, έχοντας πιο πολύ από κάτι που θέλουν όλοι, την ώρα που υπόλοιποι
θα έχουν λιγότερο από ποτέ. Είναι βασικό να καταλάβει κανείς,
πως παγκόσμια κορύφωση στην παραγωγή πετρελαίου δε συνεπάγεται έλλειψη πετρελαίου,
αλλά το τέλος της εποχής του φθηνού πετρελαίου, έτσι όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Του πετρελαίου εκείνου που βρισκόταν σε τιμές οι οποίες το έκαναν να αποτελέσει
το καύσιμο του 20ου αιώνα, με τη βοήθεια του οποίου ο πλανήτης βίωσε τη μεγαλύτερη
ανάπτυξη στην ιστορία του. Σε επίπεδο κυριαρχίας και δύναμης τώρα, είναι, επίσης,
βασικό να καταλάβει κανείς πως ενώ η παγκόσμια κορύφωση έρχεται σε μία δεδομένη
στιγμή για όλον τον κόσμο, οι χώρες μεμονωμένα, κορυφώνουν σε διαφορετικές χρονικές
στιγμές. Έτσι, οι ΗΠΑ, ήταν η πρώτη χώρα που έφτασε στο
αποκορύφωμα της παραγωγής της, το 1970, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν ο Καναδάς,
η Μεγάλη Βρετανία, η Νορβηγία, το Μεξικό, η Νιγηρία κλπ. Οι χώρες με το περισσότερο
πετρέλαιο και το πιο απομακρυσμένο σημείο κορύφωσης απ' όλες είναι δύο: Σαουδική
Αραβία και Ιράκ. Μάλιστα, το Ιράκ, είναι αυτή τη στιγμή σε καλύτερη μοίρα από
τη Σαουδική Αραβία, καθώς τα κοιτάσματά του δεν έχουν γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης
με το ρυθμό αυτών της Σαουδικής Αραβίας, με αποτέλεσμα η κορύφωση σε αυτό να υπολογίζεται
περίπου 5 χρόνια αργότερα και να τοποθετείτε στο 2030. Η πιθανότητα μείωσης της
παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου είναι ίση με 1, δηλαδή με 100%, αφού τα κοιτάσματα
είναι δεδομένα και μοιραία γίνονται καθημερινά μικρότερης δυναμικής. Η πιθανότητα,
όμως, παγκόσμιας κρίσης, ποτέ δε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, αφού εξαρτάται από
τους χειρισμούς των ιθυνόντων της παγκόσμιας οικονομίας. Ούτως
ή άλλως, το γεγονός παραμένει πως αγγίζουμε μία οριακή στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία,
η οποία αναμένεται ισχύσει το νωρίτερο στο 2005 και το αργότερο στο 2020, ανάλογα
με το αν αποφασίσουμε να πιστέψουμε τις κρατικές προβλέψεις ή όχι. Βασικό
χαρακτηριστικό της κρίσιμης αυτής περιόδου θα είναι η πώληση ενός προϊόντος του
οποίου η παραγωγή θα μειώνεται, υποχρεωτικά, καθημερινά κατά ένα ποσοστό, για
το οποίο, όμως, η ζήτηση θα παραμένει ίδια ή θα αυξάνεται, όπως συμβαίνει για
παράδειγμα τα τελευταία δέκα χρόνια. Αυξανόμενη ζήτηση και μειωμένη προσφορά,
συνεπάγονται κατά κανόνα άνοδο των τιμών. Άνοδος της τιμής του πετρελαίου, όμως,
συνεπάγεται πληθώρα προβλημάτων, τα οποία η παγκόσμια οικονομία δεν έχει, αυτή
τη στιγμή τη δυνατότητα να επιλύσει ανώδυνα. Μέσα σε αυτό το σκηνικό της αβεβαιότητας
και των πολιτικοοικονομικών ισορροπιών, δύο χώρες θέτουν, σήμερα, τα θεμέλια για
να διαδραματίσουν ακόμη σημαντικότερο ρόλο στο μέλλον. ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία
κατακτούν το Ιράκ και μαζί αυτό τον αποκλειστικό έλεγχο των κοιτασμάτων του, πετυχαίνοντας
ταυτόχρονα δύο καίρια αποτελέσματα: α) ανακούφιση των ιδίων εγχώριων αναγκών τους,
δηλαδή εξασφάλιση αυτονομίας, β) κατακόρυφη ενδυνάμωση της παγκόσμιας θέσης τους,
αφού θα γίνουν οι δύο μεγαλύτερες παραγωγοί χώρες, μετά τη Σαουδική Αραβία, σε
μία περίοδο που η ανάγκη της παγκόσμια οικονομίας για πετρέλαιο, θα είναι σε μεγαλύτερη
απ' ότι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία της. Μήπως
είναι αυτός ο λόγος που πρώην διευθυντής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας των ΗΠΑ,
δήλωσε πως μετά το χτύπημα της 11/09 ο πρόεδρος Μπους του ζήτησε να συγκεντρώσει
στοιχεία που να εμπλέκουν το Ιράκ και ξέχασε κατ΄ επανάληψη να κάνει λόγο, έστω
και μία φορά για την Αλ Κάιντα. Είναι άραγε τυχαίο που τρία χρόνια μετά, Μπους
και Μπλερ κατηγορούνται δημόσια πως εξαπάτησαν τον αμερικανικό και το βρετανικό
λαό, οδηγώντας τον σε έναν πόλεμο για λόγους εντελώς διαφορετικούς απ' αυτούς
που, με τόσο πάθος και σιγουριά, δημόσια διακήρυξαν; Η παραδοχή και των δύο πως
τελικά ήταν λάθος τα στοιχεία που είχαν και ότι αν ήξεραν τότε όσα γνωρίζουν σήμερα,
δε θα έκαναν πόλεμο, σε συνδυασμό με την εντελώς αντιφατική θέση τους πως δε μετανιώνουν
για ό,τι έπραξαν και στην τελική ανάλυση απάλλαξαν τον πλανήτη από έναν κακό δικτάτορα,
μόνο να ενισχύσει μπορεί τα όσα υποστηρίζουμε. Τελειώνουμε με μία αναφορά στην
Ρωσία και στη δυναμική της χώρας στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Οι αυξημένες
ανάγκες της πρώην υπερδύναμης, την οδήγησαν σε μία πορεία παρόμοια με αυτήν των
ΗΠΑ. Έτσι, η κορύφωση της παραγωγής της ήρθε στις αρχές του 1980, δέκα μόλις χρόνια
μετά από την αντίστοιχη των ΗΠΑ. Αυτό τοποθετεί τη χώρα σε παρόμοια κατάσταση
με την τελευταία, με τη διαφορά πως η Ρωσία δεν ελέγχει το πετρέλαιο του Ιράκ,
γεγονός που θα τη φέρει σε μειονεκτική θέση απέναντι σε ΗΠΑ και Βρετανία. 








Επιστροφή |